Print
Category: Άρθρα
Hits: 4333

defence

Από δέκα φίλους της Forest να ζητήσουμε τις εντυπώσεις τους για τη φετινή σεζόν, οι… εννιάμιση θα απαντήσουν: "Να πάει και να μην ξανάρθει". Μια εντελώς πρωτόγνωρη χρονιά, χωρίς ούτε έναν φίλαθλο της ομάδας στο γήπεδο (μόνο στα ματς με Reading και Norwich εκτός υπήρχαν από 2.000 οπαδοί των αντιπάλων μας), με επιπλέον προβλήματα εκτός από τα συνήθη των τραυματισμών και των τιμωριών, κι από πάνω με μια εντελώς απογοητευτική πορεία της ομάδας σε σχέση με την περσινή, όταν ναι μεν έχασε την τελευταία στιγμή τα πλέι-οφ, αλλά σε αρκετούς αγώνες της έπαιξε υπέροχο ποδόσφαιρο και μας γέμισε όλους ελπίδες.

Άρα πετάμε τη φετινή σεζόν και κοιτάμε κατευθείαν την επόμενη; Για μένα όχι, γιατί υπάρχουν αρκετά θετικά στοιχεία για να πάρουμε μαζί μας. Και εντοπίζονται σε έναν φοβερά νευραλγικό χώρο: τα μετόπισθέν μας.

Θυμηθείτε τα περσινά μας παράπονα από την άμυνά μας, τα οποία δικαίως συνεχίστηκαν και φέτος αφού ξεκινήσαμε με τέσσερις σερί ήττες (πέντε αν λογαριάσουμε και αυτή από τη Barnsley στο League Cup), οι οποίες οδήγησαν στη... σχεδόν καθιερωμένη τα τελευταία χρόνια αλλαγή στην τεχνική ηγεσία, από τον αλέγκρο, Μεσόγειο και ονειροπόλο Sabri Lamouchi στον ήρεμο, Αγγλοσάξονα και πραγματιστή Chris Hughton. Τι είχα προβλέψει μόλις ανακοινώθηκε η πρόσληψή του; "Μην περιμένετε θεαματικό ποδόσφαιρο, ειδικά από μια ομάδα που δεν έχει φτιάξει ο ίδιος. Περιμένετε όμως αποτελέσματα κερδισμένα με νύχια και με δόντια, με μπόλικο κυνήγι της μπάλας και σφιχτή άμυνα".

Τι περίμενε πρωτίστως ο κόσμος της ομάδας από τον Ιρλανδό; Να δέσει την άμυνά μας. Την ίδια άμυνα που κάποτε -όχι και τόσο παλιά- προηγείτο στο 70φεύγα με 3-0 μέσα στο γήπεδο της Norwich και ισοφαριζόταν σε 3-3, την ίδια που στο περσινό πρωτάθλημα δέχτηκε δέκα γκολ από το 80’ και μετά (ανάμεσά τους και τα δύο από Derby και Barnsley στις τελευταίες αγωνιστικές, γκολ που ουσιαστικά της στοίχισαν μια θέση στα πλέι-οφ) χάνοντας έτσι συνολικά 13 βαθμούς (αν τους είχε θα ισοβαθμούσε με τη δεύτερη West Brom, για να πάρετε μια ιδέα), που "έφαγε" μέσα στο City Ground δύο μεγαλοπρεπείς τεσσάρες από Sheffield Wednesday και Stoke και μια τριάρα από τη Millwall, που σε 13 αγώνες πρωταθλήματος δέχθηκε από δύο γκολ και πάνω. Η περσινή Forest δέχθηκε 58 γκολ στο πρωτάθλημα, γνωρίζοντας αρκετές ήττες (συνολικά επτά!) από ομάδες που κατέληξαν να παλεύουν για να γλιτώσουν τον υποβιβασμό, δύο μάλιστα απ’ αυτές δεν τα κατάφεραν - κάτι που για πολλά χρόνια αποτελεί μόνιμο κουσούρι μας ("ανασταίνουμε τους πεθαμένους", που λέμε).

Ας τα πάρουμε ένα ένα όλα αυτά για να δούμε αν ο Hughton τα κατάφερε, έχοντας στη διάθεσή του 42 και όχι 46 αγωνιστικές. Ειρήσθω εν παρόδω, μέσα σ’ αυτές τις 46, και με έναν Brice Samba εμφανώς κατώτερο από πέρσι, η Forest κατάφερε να διατηρήσει την εστία της ανέπαφη ακριβώς όσες φορές και τη σεζόν 2019-’20 (14 - κάπου αν θυμάμαι καλά είχα γράψει 15, λάθος μου). Τα στοιχεία που ακολουθούν παραβλέπουν τις τέσσερις πρώτες αγωνιστικές και εστιάζουν στην περίοδο Hughton.

Οι αριθμοί λένε πολλά, παρ' όλο που και στο γήπεδο ήταν εμφανές ότι τα αμυντικά λάθη (και κυρίως τα "παιδικά" που πονούσαν περισσότερο) όσο περνούσε ο καιρός όλο και μειώνονταν.

Ας σημειωθεί επίσης ότι φέτος, παρά τη μέτρια ως κακή πορεία της, η ομάδα ήταν από καθαρό ατσάλι όταν σκόραρε πρώτη και δεν "έφαγε" ούτε μία ανατροπή μέχρι τον τελευταίο αγώνα της σεζόν με την Preston, και όλοι είδαμε ότι για να γίνει αυτό χρειάστηκε να βάλει χοντρά το χεράκι του ο διαιτητής, μετρώντας ένα γκολ με το χέρι κι άλλο ένα οφσάιντ. (Για να είμαστε δίκαιοι και πέρσι το είχε πάθει μόνο δύο φορές, μία εκ των οποίων από τη West Brom στην πρεμιέρα.) Από τα 42 ματς με τον Hughton στον πάγκο τα έξι έληξαν με λευκή ισοπαλία. Από τα υπόλοιπα 36, στα 23 δεχθήκαμε πρώτοι γκολ. Χάσαμε τα 14, στα 8 φέραμε 1-1 και στο εκτός με την Coventry κατορθώσαμε να κάνουμε εμείς την ανατροπή και να μετατρέψουμε το 0-1 σε 2-1. Όσο για τους υπόλοιπους 13 αγώνες, μέχρι τον αγώνα με τη Derby στο Pride Park είχαμε το απόλυτο 9/9 (όποτε προηγούμασταν νικούσαμε κιόλας). Μετά ήρθαν τα 1-1 με Rams, Reading και Stoke και το 1-2 από την Preston.

Έχει λοιπόν κανείς αμφιβολία ότι η Forest είναι πλέον πιο "σφιχτή" ομάδα από την περσινή; Ότι αυτή τη στιγμή το κάποτε ασταθέστατο κέντρο της άμυνάς μας είναι η πιο πλήρης γραμμή που διαθέτουμε και η μόνη που δεν χρειάζεται καμιά ενίσχυση, με ένα εκπληκτικό για τα δεδομένα της κατηγορίας δίδυμο (Joe Worrall, Scott McKenna), δύο αναπληρωματικούς που μπορούν να μπουν ανά πάσα στιγμή στην ενδεκάδα και να βοηθήσουν (Tobias Figueiredo, Loïc Mbe Soh) και έναν μπαλαντέρ που έχει την ικανότητα να αγωνιστεί και ως αριστερός στόπερ (Tyler Blackett), και όλων αυτών τα συμβόλαια συνεχίζουν να "τρέχουν"; Ότι ο πρωταρχικός στόχος επιτεύχθηκε και ότι το μόνο που πρέπει να διορθωθεί αυτή τη στιγμή είναι το εκτελεστικό κομμάτι, το οποίο ήταν σαφώς η αιτία της φετινής κατρακύλας μας από την 7η στη 17η θέση, αφού ευκαιρίες κάναμε και ευκαιρίες δεν βάζαμε;

Ως προς αυτό το τελευταίο, το είχαμε επισημάνει κι από πέρσι ότι η τεράστια εξάρτηση από τον Lewis Grabban σίγουρα δεν ήταν αισιόδοξο στοιχείο. Έτσι λοιπόν, φέτος ο τραυματισμός, το ντεφορμάρισμα, το… περιβραχιόνιο (ναι, μη νομίζετε ότι δεν είναι αποδιοργανωτικό να πρέπει να φωνάζεις συνέχεια στους συμπαίκτες σου) και η έλλειψη τροφοδοσίας, σε συνδυασμό με τον όπως φαίνεται όχι και τόσο μαχητικό κόντρα στις αντιξοότητες χαρακτήρα του, έριξαν την παραγωγή του Τζαμαϊκανού από τα 20 γκολ στα 6, συμπαρασύροντας όλη την ομάδα σε ένα επιθετικό χάος (μόλις 37 γκολ, αν δεν υπήρχε η ανεκδιήγητη επίθεση της Derby η επίδοσή μας θα ήταν η χειρότερη της Championship και… την ευχαριστούμε). Έπαιξαν σαφώς τον ρόλο τους και η αποχώρηση σημαντικών για τη δημιουργία μας παικτών όπως ο João Carvalho και (κυρίως) ο Tiago Silva, όπως και η πτώση στην απόδοση κάποιων ακραίων μας στους οποίους ο Lamouchi στήριζε πολλά (Sammy Ameobi, Joe Lolley). Αυτό βέβαια είναι ένα άλλο θέμα συζήτησης, και καλά να είμαστε να το αναπτύξουμε σε ένα μελλοντικό άρθρο.

* Η φωτογραφία είναι από τον επίσημο λογαριασμό της Forest στο Twitter.